απαλλαγή

[апалаги] ουσ. Θ. освобождение

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απαλλαγή" в других словарях:

  • απαλλαγή — η (AM ἀπαλλαγή) 1. λύτρωση, ανακούφιση από κάτι δυσάρεστο 2. τέλος, θάνατος «την κακή σου την απαλλαγή» (κατάρα) αρχ. «ἀπαλλαγὴ βίου» (Ιπποκρ.), «ἀπαλλαγὴ ψυχῆς ἀπὸ σώματος» (Πλάτων), «τὸ χύλισμα τοῦ κωνείου... τὴν ἀπαλλαγὴν ῥᾴω ποιεῑ καὶ θάττω»… …   Dictionary of Greek

  • απαλλαγή — η το να γλιτώσει, να ελευθερωθεί κάποιος από κάτι: Έχει φορολογική απαλλαγή, επειδή είναι ανάπηρος πολέμου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπαλλαγῇ — ἀπαλλάσσω set free aor subj pass 3rd sg ἀπαλλάσσω set free aor subj pass 3rd sg ἀπαλλᾱγῇ , ἀπαλλαγή deliverance fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαλλαγή — ἀπαλλᾱγή , ἀπαλλαγή deliverance fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαλλάγη — ἀ̱παλλάγη , ἀπαλλάσσω set free aor ind pass 3rd sg (doric aeolic) ἀπᾱλλάγη , ἀπαλλάσσω set free aor ind pass 3rd sg (doric aeolic) ἀπαλλάσσω set free aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) ἀπαλλάσσω set free aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατέλεια — Απαλλαγή από οικονομικές επιβαρύνσεις, πολύ διαδεδομένη στην αρχαία Ελλάδα, εκτός μάλλον από τη Θήβα και τη Σπάρτη. Απονεμόταν σε πολίτες της χώρας ή και σε ξένους υπηκόους και μπορούσε να είναι προσωπική ή και κληρονομική. Δινόταν συνήθως ως… …   Dictionary of Greek

  • ἀπαλλαγῆι — ἀπαλλαγῇ , ἀπαλλάσσω set free aor subj pass 3rd sg ἀπαλλαγῇ , ἀπαλλάσσω set free aor subj pass 3rd sg ἀπαλλᾱγῇ , ἀπαλλαγή deliverance fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απολύτρωση — Η απαλλαγή του ανθρώπου από τα βάσανα και την αθλιότητα του κόσμου. Η κάθαρση από τα παθήματα, που ο Αριστοτέλης θεωρεί σκοπό της θεατρικής τέχνης (ειδικότερα της τραγικής), είναι επίσης μια α. Ο πόθος για α. είναι φαινόμενο πανανθρώπινο και το… …   Dictionary of Greek

  • άφεση — Το να αφήνει κανείς κάτι ελεύθερο. Επομένως ά. μπορεί να χαρακτηριστεί και η εκτίναξη, η εκκίνηση, η απαλλαγή και η συγχώρηση. Στους αρχαίους Έλληνες ά. έλεγαν το διαζύγιο, τον χωρισμό. Στη στρατιωτική ορολογία ά. είναι η απομάκρυνση από τη… …   Dictionary of Greek

  • ἀπαλλάξει — ἀπάλλαξις loss of fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἀπαλλάξεϊ , ἀπάλλαξις loss of fem dat sg (epic) ἀπάλλαξις loss of fem dat sg (attic ionic) ἀπαλλάσσω set free aor subj act 3rd sg (epic) ἀπαλλάσσω set free fut ind mid 2nd sg ἀπαλλάσσω set free… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.